
Notes On Writing Weird Fiction
by H.P. Lovecraft
Ο λόγος που γράφω ιστορίες είναι για να δώσω στον εαυτό μου την ικανοποίηση να αντικρίσει με μεγαλύτερη σαφήνεια και λεπτομέρεια και σταθερότητα, έτσι όπως αντιμετωπίζονται μέσα από την τέχνη και την λογοτεχνία, εκείνες τις ασαφείς, αόριστες και αποσπασματικές εντυπώσεις του Θαυμαστού, της ομορφιάς, και της τολμηρής προσδοκίας που δημιουργούνται σε μένα μέσα από ορισμένες όψεις του κόσμου (φυσικές, αρχιτεκτονικές, ατμοσφαιρικές, κ.λπ.), από ιδέες, περιστατικά, και εικόνες.
Επιλέγω τις παράξενες ιστορίες επειδή ταιριάζουν καλύτερα στην κλίση μου – μία από τις ισχυρότερες και πιο επίμονες επιθυμίες μου είναι να επιτευχθεί, στιγμιαία, η παραίσθηση κάποιας παράξενης αναστολής ή παραβίασης των ενοχλητικών περιορισμών του χρόνου, του χώρου, και του φυσικού νόμου, που μας φυλακίζουν για πάντα και ματαιώνουν την περιέργειά μας για τα άπειρα κοσμικά διαστήματα πέρα από την ακτίνα της αντίληψης και της ανάλυσής μας. Αυτές οι ιστορίες υπογραμμίζουν συχνά το στοιχείο της φρίκης επειδή ο φόβος είναι η βαθύτερη και ισχυρότερη συγκίνησή μας, και αυτή που οδηγεί καλύτερα στη δημιουργία εκείνων των παραισθήσεων που αψηφούν τους φυσικούς περιορισμούς. Η Φρίκη και το Άγνωστο ή το Αλλόκοτο είναι πάντα στενά συνδεδεμένα, έτσι ώστε είναι δύσκολο να δημιουργηθεί μια πειστική εικόνα του τρομερού φυσικού νόμου ή του κοσμικού αγνώστου ή του έξω-κοσμικού χωρίς υπογράμμιση της συγκίνησης του φόβου. Ο λόγος για τον οποίο ο χρόνος παίζει τόσο μεγάλο ρόλο σε τόσες πολλές από τις ιστορίες μου είναι ότι αυτό το στοιχείο εμφανίζεται στο νου μου ως το πιο βαθιά δραματικό και το πιο αυστηρά τρομερό πράγμα στον κόσμο. Η σύγκρουση με το χρόνο μου φαίνεται ως το πιο ισχυρό και γόνιμο θέμα σε όλη την ανθρώπινη δημιουργία.
Παρόλο που η μορφή που επιλέγω για να γράψω τις ιστορίες μου είναι προφανώς αρκετά ειδική και σπάνια, είναι εντούτοις ένας επίμονος και σταθερός τρόπος έκφρασης, τόσο παλαιός όσο και η Λογοτεχνία η ίδια. Πάντα θα υπάρχει ένα ορισμένο μικρό ποσοστό ανθρώπων που θα αισθάνεται μία φλογερή επιθυμία για το άγνωστο εξώτερο διάστημα, και μία φλογερή επιθυμία για να δραπετεύσει από αυτήν την φυλακή του γνωστού και του οικείου και να εισέλθει σε εκείνα τα εδάφη της απίστευτης περιπέτειας και των άπειρων δυνατοτήτων που τα όνειρα ξεδιπλώνουν μπροστά μας – τοπία εμπνευσμένα από τα πυκνά δάση, τους φανταστικούς πύργους και τα φλογισμένα ηλιοβασιλέματα. Σε αυτούς τους ανθρώπους περιλαμβάνονται και μεγάλοι συγγραφείς καθώς επίσης και ασήμαντοι ερασιτέχνες όπως εγώ – ο Dunsany, ο Poe, ο Arthur Machen, ο Μ. Ρ. James, ο Algernon Blackwood, και ο Walter de la Mare είναι οι χαρακτηριστικοί γίγαντες αυτού του χώρου.
Όσον αφορά στον τρόπο με τον οποίο γράφω μια ιστορία: δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος. Καθένα από τα διηγήματά μου έχει και μία διαφορετική ιστορία. Μία ή δύο φορές έχω κυριολεκτικά καταγράψει ένα μου όνειρο, αλλά συνήθως αρχίζω με μία διάθεση ή μία ιδέα ή την εικόνα που επιθυμώ να εκφράσω, και το τριγυρίζω στο μυαλό μου έως ότου να σκεφτώ έναν καλό τρόπο να το ενσωματώσω αυτό σε κάποια σειρά δραματικών περιστατικών που να μπορούν να περιγραφούν με συγκεκριμένους όρους. Συνηθίζω να καταγράφω νοητά έναν κατάλογο των βασικών συνθηκών ή των καταστάσεων που ταιριάζουν καλύτερα σε μία τέτοια διάθεση ή ιδέα ή εικόνα, κι έπειτα αρχίζω να σκέπτομαι τις λογικές, φυσικές εξηγήσεις της δεδομένης διάθεσης ή της ιδέας ή της εικόνας από την πλευρά της βασικής αυτής συνθήκης ή της κατάστασης που έχω επιλέξει.
Η πραγματική διαδικασία του γραψίματος είναι φυσικά τόσο ποικίλη όσο κι η επιλογή του θέματος και της αρχικής σύλληψης, αλλά εάν η διαδικασία όλων των διηγήσεών μου αναλύθηκε περίπου παραπάνω, μόλις και θα μπορούσαμε να συντάξουμε το ακόλουθο σύνολο κανόνων :
Το πρώτο από αυτά τα στάδια είναι συνήθως διανοητικό – ένα σύνολο από συνθήκες και γεγονότα που δουλεύονται μέσα στο νου μου, και που ποτέ δεν κάθομαι να τα γράψω μέχρι να είμαι έτοιμος να προετοιμάσω μια λεπτομερή σύνοψη των γεγονότων κατά την σειρά της αφήγησης. Άλλοτε, μερικές φορές, μπορεί να αρχίσω και το κανονικό γράψιμο χωρίς καν να ξέρω πώς θα αναπτύξω την ιδέα στην συνέχεια.
Νομίζω πως υπάρχουν τέσσερις διακριτοί τύποι παράξενων ιστοριών : εκείνη που εκφράζει μία διάθεση ή ένα συναίσθημα, εκείνη που εκφράζει την σύλληψη μιας εικόνας, εκείνη που εκφράζει μια γενική κατάσταση, μία συνθήκη, έναν μύθο ή μία διανοητική σύλληψη, και εκείνη που εξηγεί μια συγκεκριμένη σκηνή ή μια συγκεκριμένη δραματική κατάσταση ή μία δραματική κλιμάκωση. Με άλλα λόγια, οι παράξενες ιστορίες μπορούν να ομαδοποιηθούν σε δύο χονδρικά κατηγορίες – εκείνες όπου το Θαυμαστό ή το φρικώδες αφορά κάποια κατάσταση ή φαινόμενο, και εκείνες όπου κάποια δράση των προσώπων σχετίζεται με μία παράξενη κατάσταση ή ένα φαινόμενο.
Κάθε παράξενη ιστορία – και πιο συγκεκριμένα για την περίπτωση των ιστοριών τρόμου – φαίνεται να περιλαμβάνει πέντε συγκεκριμένα στοιχεία: (α) κάποια βασική, ελλοχεύουσα φρίκη ή ανωμαλία – κατάσταση, οντότητα, κ.λπ., (β) τα γενικά αποτελέσματα ή το πώς δρα το στοιχείο της φρίκης, (γ) ο τρόπος εκδήλωσης – πράγματα που υφίστανται την φρίκη και τα φαινόμενα που παρατηρούνται, (δ) οι τύποι των αντιδράσεων σχετικά με την φρίκη, και (στ) τα συγκεκριμένα αποτελέσματα της φρίκης σε σχέση με τις δεδομένες συνθήκες της ιστορίας.
Γράφοντας μια ιστορία του Παράξενου, προσπαθώ πάντα πολύ προσεκτικά να επιτύχω την σωστή διάθεση και ατμόσφαιρα, και να δώσω έμφαση εκεί όπου πρέπει. Κανένας δεν μπορεί, εκτός από την ανώριμη ψευδό-μυθιστοριογραφία της pulp-fiction, να παρουσιάσει μία ιστορία με αδιανόητα, απίθανα, ή ασύλληπτα φαινόμενα, ως ένα κοινό αφήγημα με αντικειμενικές πράξεις και συμβατικές συγκινήσεις. Τα ασύλληπτα γεγονότα και οι καταστάσεις αποτελούν μία ειδική περίπτωση, και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της προσεκτικής διατήρησης του ρεαλισμού σε κάθε φάση της ιστορίας εκτός από εκείνη που σχετίζεται με το έξω-πραγματικό και το Θαυμαστό. Αυτό το Θαυμαστό πρέπει να αντιμετωπιστεί ξεχωριστά και με συγκεκριμένη πρόθεση – με μια προσεκτική συναισθηματική “συγκέντρωση” – αλλιώς θα φανεί επίπεδο και μη πειστικό. Όντας το κύριο στοιχείο της ιστορίας, η παρουσία του πρέπει να επισκιάζει τους χαρακτήρες και τα γεγονότα. Αλλά οι χαρακτήρες και τα γεγονότα πρέπει να είναι δοσμένα με συγκεκριμένο και φυσικό τρόπο εκτός από το σημείο όπου αγγίζονται από εκείνο το Θαυμαστό στοιχείο. Σε σχέση με αυτό το κεντρικό σημείο, οι χαρακτήρες πρέπει να δείξουν την ίδια έντονη συγκίνηση που οι παρόμοιοι χαρακτήρες θα έδειχναν απέναντι σε κάτι τέτοιο και στην πραγματική ζωή. Ποτέ μην θεωρείται το Θαυμαστό δεδομένο ως τέτοιο. Ακόμα και όταν υποτίθεται ότι οι χαρακτήρες είναι εξοικειωμένοι με το Θαυμαστό προσπαθώ να υφάνω μια ατμόσφαιρα δέους και εντυπωσιασμού που αντιστοιχούν σε αυτό που ο αναγνώστης πρέπει να αισθανθεί. Ένα περιστασιακό ύφος μπορεί να καταστρέψει οποιαδήποτε σοβαρή φαντασία.
Η ατμόσφαιρα, κι όχι η δράση, είναι το βασικό χαρακτηριστικό της λογοτεχνίας του Παράξενου. Πραγματικά, κατά κύριο λόγο μια παράξενη ιστορία είναι η ζωηρή απεικόνιση ενός ορισμένου τύπου ανθρώπινης διάθεσης. Όταν προσπαθεί να προσποιηθεί ότι είναι κάτι άλλο, τότε είναι που γίνεται φτηνή, παιδαριώδης, και μη πειστική. Η πρωταρχική έμφαση πρέπει να δοθεί σε αυτό το λεπτό χαρακτηριστικό – σε μόλις ορατούς υπαινιγμούς και νύξεις εκείνης της εκλεκτικής συνειρμικής λεπτομέρειας που εκφράζει τις σκιές των διαθέσεων και ενισχύει την ασαφή παραίσθηση της παράξενης ‘‘πραγματικότητας’’ του φανταστικού. Αποφύγετε τους καταλόγους με απίστευτα συμβάντα που δεν μπορούν να έχουν καμία ουσία ή άλλη σημασία εκτός από μία νεφελώδης στήριξη του ‘‘χρώματος’’ της αφήγησης και του συμβολισμού.
Αυτοί είναι οι κανόνες ή τα πρότυπα που έχω ακολουθήσει – συνειδητά ή ασυναίσθητα – από τότε που πρώτο-προσπάθησα σοβαρά να γράψω φανταστική λογοτεχνία. Αν τα αποτελέσματά μου είναι επιτυχή είναι κάτι που χωράει συζήτηση – αλλά αισθάνομαι τουλάχιστον βέβαιος ότι, αν είχα αγνοήσει τις παρατηρήσεις που αναφέρθηκαν στις τελευταίες παραγράφους, θα μπορούσαν να ήταν πολύ χειρότερα από ότι είναι.
μετάφραση από τα αγγλικά: Δημήτρης Αργασταράς , Οκτώβριος 2008
υποσημείωση : Μέσα στην ογκώδη αλληλογραφία του, τουλάχιστον στις επιστολές που έχουν διασωθεί, σε πολλά σημεία ο Λάβκραφτ συζητάει με τους αλληλογράφους του για τον δογματισμό και τα επιβαλλόμενα δόγματα.
Μεταφράζουμε εδώ ένα ενδιαφέρον απόσπασμα :
«Η επιβολή των δογμάτων στον κόσμο μας συνδέεται με τη διαρκή επιχείρηση της τακτοποίησης της αληθινά χαοτικής φύσης της πραγματικότητας, με μόνο σκοπό τον ίδιο τον έλεγχο της πραγματικότητας από εκείνους που τρομοκρατούνται στη σκέψη της αληθινής φύσης της πραγματικότητας, που είναι διαρκώς εναλλασσόμενη και δεν προσφέρει έδαφος παρά μόνο για την καλλιέργεια επινοήσεων. Η τακτοποίηση αυτή μοιάζει με ένα κομμάτι αγροτικά καλλιεργημένης γης που κρέμεται στο χάος του μαύρου ορίζοντα του διαστήματος… Προσδοκώ την υποχώρηση όλων των δογμάτων, που θα προκύψει αργά ή γρήγορα από την εξέλιξη της επιστήμης της αστρονομίας, που θα αποκαλύψει στον άνθρωπο τη μηδαμινή θέση του απέναντι στο άμετρο Σύμπαν και στις αναρίθμητες αβύσσους των στροβιλιζόμενων γαλαξιών. Ένα δόγμα που δεν αρμόζει για όλο το Σύμπαν, είναι ένα δόγμα ανυπόφορα τοπικό, αφαιρετικό, και άρα απομακρυσμένο δια της βίας από την αλήθεια. Κι αυτό γιατί ο ίδιος ο άνθρωπος είναι ανυπόφορα τοπικός, ανόητα αφαιρετικός εξαιτίας των τρόμων του, απομακρυσμένος από την αλήθεια, που, αν και μπορεί να την ατενίσει με ένα τηλεσκόπιο, δεν μπορεί να την κατανοήσει, με τη μικρή δυνατότητα επεξεργασίας του εγκεφάλου του.
»Καθώς εξαναγκαζόμαστε να καλλιεργούμε τα δόγματα των προγόνων μας στο μικρό και περιορισμένο μας χωράφι, τις νύχτες η αλήθεια κρέμεται από πάνω μας, αλλά όλοι μας έχουμε σκυφτό το κεφάλι…»
(Αύγουστος 1930, από επιστολή προς τον Donald Wandrei)
Πρέπει να είστε συνδεδεμένος για να καταχωρήσετε ένα σχόλιο.