Η Τέχνη της Μυθοπλασίας είναι Αντιδογματική | Αντιδογματισμός
Η Τέχνη της Μυθοπλασίας είναι Αντιδογματική


 

Στο μυθιστόρημα ”Το Τυφλοπούλι” ο συγγραφέας Αγκουστίν Γκομέζ Άρκος παρουσιάζει έναν πλανόδιο παραμυθά μέσα στην μεγάλη αγορά του Μαρακές να διαλαλεί την πραμάτειά του :

«Πλησιάστε, αδερφοί μου, πλησιάστε ! Δεν λέω τις ιστορίες μου επειδή έχουν ενδιαφέρον, ούτε επειδή είναι πρωτάκουστες, ούτε διδακτικές, αφού δεν είναι καν αληθινές, όπως η Ιστορία. Τις λέω γιατί μ’ αρέσει να διηγούμαι…».

Ο αφελής αυτός ήρωας του Άρκος είναι ειλικρινής ως προς τις προθέσεις του, και ταυτόχρονα ειλικρινής απέναντι σε εκείνη την αρχετυπική φιγούρα του παραμυθά, του μυθοπλάστη, του storyteller, και στις μέρες μας του μυθιστοριογράφου, εκείνου που νιώθουμε να μας ασκεί μια μυστική ακαταμάχητη γοητεία… «Τις λέω γιατί μ’ αρέσει να διηγούμαι»… Με αυτόν τον τρόπο έχουμε, απλά εκφρασμένο, το υψηλό κίνητρο του μυθοπλάστη συγγραφέα : δεν γράφει για να πείσει, δεν γράφει για να διδάξει, δεν γράφει γιατί θέλει ν’ αλλάξει τον κόσμο. Πρωταρχικά και κυρίαρχα, γράφει γιατί του αρέσει να διηγείται ιστορίες…

 

Κάποτε οι κριτικοί κατηγόρησαν τον Άντον Τσέχωφ επειδή ένα διήγημά του τελείωνε με την φράση : «Τελικά, σε αυτόν τον κόσμο, δεν καταλαβαίνουμε τίποτα απολύτως!». Κι εκείνος τους απάντησε : «Αντιθέτως, αν ο καλλιτέχνης, στον οποίο ο κόσμος πιστεύει, αποφασίσει να δηλώσει ότι δεν καταλαβαίνει τίποτα από αυτά που βλέπει, αυτό και μόνο το γεγονός θα αποτελέσει μια σπουδαία γνώση στον τομέα της σκέψης κι ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός… Μόνο όποιος δεν έχει γράψει ποτέ τίποτα και αγνοεί τί είναι οι χαρακτήρες, μπορεί να ισχυριστεί ότι η σφαίρα της δημιουργίας του δεν επιτρέπει ερωτήσεις αλλά μόνο απαντήσεις».

Νομίζω πως η συντριπτική πλειοψηφία των συγγραφέων θα συμμεριζόταν αυτήν την άποψη του Τσέκοφ. Δεν μου φαίνεται πως εναπόκειται στους ανθρώπους της μυθοπλασίας να βρουν μία τελική λύση στα ζητήματα με τα οποία καταπιάνονται, όπως ο Θεός, το νόημα της ζωής, η τύχη της ανθρώπινης κοινωνίας, η ευτυχία κι η ματαιότητα του κόσμου.  Η δουλειά των ανθρώπων της μυθοπλασίας – των συγγραφέων – είναι να παρουσιάσουν ποιός μίλησε για τον Θεό, για το νόημα της ζωής, για την ευτυχία και την δυστυχία του κόσμου, και κάτω από ποιές συνθήκες, και τί έκανε γι’ αυτό. Ο καλλιτέχνης παρατηρεί, επιλέγει, μαντεύει, συνθέτει όλα εκείνα τα στοιχεία που κατά βάθος αποτελούν μια ερώτηση. Φυσικά, ο καλλιτέχνης πρέπει να έχει μια συνειδητή στάση απέναντι στην δουλειά του, αλλά δεν είναι υποχρεωτικά μέσα στο έργο του να δίνει απαντήσεις στα ερωτήματα, μέσα στο έργο του είναι να θέτει τα ερωτήματα με τον σωστό τρόπο. Κι ένα έργο μας ικανοποιεί, όχι επειδή δίνει τις λύσεις σε κάποιο ζήτημα, αλλά επειδή όλα τα ζητήματα μέσα σε αυτό τίθενται με τον σωστό τρόπο, κατά την άποψη πάντα του συγγραφέα του.

 

Με τον καλύτερο ίσως τρόπο για αυτό το θέμα – μιας αντιδογματικής στάσης στην μυθοπλαστική τέχνη – μίλησε ο Μίλαν Κούντερα σε ένα άρθρο του με τίτλο ”Η παραγνωρισμένη κληρονομιά του Θερβάντες”.  Παραθέτουμε ολόκληρο αυτό το πολύ σημαντικό απόσπασμα :

«Όταν ο Θεός εγκατέλειπε σιγά-σιγά την θέση απ’ όπου κατεύθυνε ως τότε το σύμπαν και την τάξη των αξιών του διαχωρίζοντας το καλό από το κακό και δίνοντας μία μόνο σημασία στο καθετί, ο Δον Κιχώτης βγήκε από το σπίτι του…

»Το να νοήσεις, μαζί με τον Θερβάντες, τον κόσμο ως αμφισημία, να αντιμετωπίσεις κατ’ ανάγκην όχι μία μόνο απόλυτη αλήθεια, αλλά ένα πλήθος από σχετικές αλήθειες που αντιφάσκουν μεταξύ τους (αλήθειες ενσωματωμένες σε φανταστικά εγώ που ονομάζονται μυθιστορηματικά πρόσωπα), το να έχεις ως μόνη βεβαιότητα την σοφία της αβεβαιότητας, δεν απαιτεί μικρότερο σθένος…

»Ο άνθρωπος επιθυμεί έναν κόσμο όπου το καλό και το κακό μπορούν να διακρίνονται μεταξύ τους με σαφήνεια, επειδή έχει μια έμφυτη και ακατάσβεστη επιθυμία να εκφέρει κρίσεις προτού κατανοήσει. Οι θρησκείες και οι ιδεολογίες είναι θεμελιωμένες σε αυτήν ακριβώς της επιθυμία. Με το μυθιστόρημα δεν μπορούν να συμφιλιωθούν παρά μόνο αν μεταφράσουν την δική του γλώσσα, της σχετικότητας και της αμφισημίας, στο δικό τους αποδεικτικό και δογματικό ιδίωμα. Απαιτούν κάποιος να έχει δίκιο : Ή η Άννα Καρένινα είναι θύμα ενός στενοκέφαλου τυράννου ή ο Καρένιν είναι θύμα μιας ανήθικης γυναίκας. Ή ο Κ. συντρίβεται από ένα άδικο δικαστήριο όντας αθώος, ή το δικαστήριο αντιπροσωπεύει την θεία δικαιοσύνη και ο Κ. είναι ένοχος. Αυτό το ‘‘ή-ή’’ περικλείει την ανικανότητα ν’ αντέξει την ουσιαστική σχετικότητα των ανθρώπινων πραγμάτων, την ανικανότητα να αντικρίσει κατά πρόσωπο την απουσία ενός υπέρτατου Κριτή. Εξαιτίας της ανικανότητας αυτής είναι δύσκολο να αποδεχθούμε και να κατανοήσουμε την σοφία του μυθιστορήματος (την σοφία της αβεβαιότητας)».

 

Έτσι λοιπόν, αγαπητοί μου φίλοι, η τέχνη της μυθοπλασίας, στην υψηλότερή της μορφή, τότε που δικαιώνει απόλυτα τον εαυτό της, είναι μία Τέχνη Αντιδογματική. Και τότε μόνο, όταν ο άνθρωπος που γράφει το κατανοήσει αυτό, δικαιούται να αναφωνήσει : έκανα την δουλειά του συγγραφέα, διέχυσα τον εαυτό μου σε διαφορετικούς τρόπους θέασης της ζωής…

 

 

 

Δημήτρης Αργασταράς, Δεκέμβριος 2008

- Ενδειτική Βιβλιογραφία -

1. ”Δημιουργική γραφή για μελλοντικούς ομοτέχνους”, Πόλυ Μηλιώρη, εκδόσεις Ψυχογιός.

2. ”Έμπνευση και Δημιουργία”, εκδόσεις PRINTA.

3. ”Η παραγνωρισμένη κληρονομιά του Θερβάντες”, Μίλαν Κούντερα.

4 σχόλια

  1. 4
    synodoiporos says:

    Πολύ σημαντικές σκέψεις, StrangeAnarchy.

    Ας προσθέσουμε ακόμη, στο συγκεκριμένο θέμα της μυθοπλασίας, πως παλαιότερα έργα, που αναγνωρίζεται πως έχουν περιορισμένη καλλιτεχνική αξία, χαρακτηρίζονται συνήθως από έναν ηθικό διδακτισμό, από τεχνητές λογοτεχνικές συμβάσεις (όπως το αναγκαίο ευτυχισμένο τέλος), από την αποδοχή των καθιερωμένων κριτηρίων κι αξιών ανεξάρτητα από τις ειδικές συνθήκες που περιγράφουν, κτλ.

    Από την άλλη, πρόσφατα διάβασα κάτι που αναφέρει ο Χ. Φ. Λάβκραφτ και που, κατά την γνώμη μου, σχετίζεται με το θέμα :

    “Η λειτουργία της δημιουργικής καλλιτεχνικής αξίας είναι απλώς να εκφράζει και να ερμηνεύει γεγονότα και αισθήσεις έτσι όπως είναι, ανεξάρτητα από την κατεύθυνση προς την οποία κλίνουν ή το τι αποδεικνύουν, με τον συγγραφέα να ενεργεί συνεχώς ως ένας παραστατικός και αποστασιοποιημένος χρονικογράφος και όχι ως δάσκαλος, οπαδός ή προωθητής απόψεων. Βλέποντας καθαρά ότι όλες οι φάσεις της ζωής και της σκέψης είναι εξίσου κατάλληλες ως θέμα και υλικό για τον καλλιτέχνη…”

    Θα μπορούσαμε να πούμε πως τα μεγαλύτερα καλλιτεχνικά δημιουργήματα – και οι αντίστοιχες τομές στην τέχνη – προέκυψαν όταν ο ίδιος ο δημιουργός προσπάθησε να κατανοήσει, όσο περισσότερο γινόταν, τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες του υλικού του και όχι να επιβάλλει σε αυτό εκ των προτέρων δεδομένες, στερεότυπες, ιδέες (αυτή π.χ. είναι η διαφορά και η τομή που εκφράζει ο Α. Τσέχοφ κι ο Θερβάντες με τον Δον Κιχώτη του στο παραπάνω κείμενο).

    Από την άλλη, βέβαια, σκέφτομαι πως δεν μπορούμε να αποκλείσουμε από την μυθοπλασία την προώθηση απόψεων…

Σχολιάστε/Γράψτε την άποψή σας

Πρέπει να είστε συνδεδεμένος για να καταχωρήσετε ένα σχόλιο.



Αναζήτηση


Πάρτε μέρος στο Antidogma.gr!

Δημοσιεύστε τα άρθρα σας και αποκτήστε δικαιώματα συντονισμού στις συζητήσεις που θα γίνουν για αυτά. Έπειτα από την εγγραφή σας μπορείτε να εισέλθετε στο «control room». Δημοσιεύστε ελεύθερα την άποψή σας (χωρίς φυσικά να παραβαίνετε τους όρους χρήσης) και πάρτε μέρος και εσείς στην προσπάθεια του Αντιδογματισμού!

Θέματα

Διαβάστε

Δόγματα

Επισκεφτείτε

Συνεργάτες

RSS Τα τελευταία μηνύματα στο forum


Nett O.E.
2009
stats for wordpress